
Δεν είναι απλώς θέμα αυτοελέγχου. Η παχυσαρκία είναι αποτέλεσμα βιολογίας, γονιδίων και περιβάλλοντος.
«Απλώς δεν έχουν θέληση». «Αν ήθελαν πραγματικά, θα αδυνάτιζαν». «Είναι θέμα προσωπικής ευθύνης».
Αυτές οι φράσεις συνοδεύουν σχεδόν κάθε δημόσια συζήτηση για το βάρος. Και όμως, η επιστήμη λέει πια καθαρά ότι η παχυσαρκία δεν είναι ζήτημα χαρακτήρα. Είναι ζήτημα βιολογίας – και άνισων όρων εκκίνησης.
Έρευνα που δημοσιεύθηκε στο The Lancet έδειξε ότι 8 στους 10 ανθρώπους σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, οι ΗΠΑ και η Αυστραλία πιστεύουν πως η παχυσαρκία θα μπορούσε να προληφθεί αποκλειστικά με σωστές επιλογές τρόπου ζωής.
Για τους ειδικούς, αυτή η αντίληψη είναι όχι μόνο ελλιπής, αλλά και άδικη.
«Βλέπω συστηματικά ασθενείς με υψηλό κίνητρο και γνώση, που προσπαθούν επίμονα και παρ’ όλα αυτά δεν καταφέρνουν να χάσουν βάρος», λέει στο BBC η διαιτολόγος Bini Suresh. «Οι όροι “θέληση” και “αυτοέλεγχος” απλώς δεν περιγράφουν την πραγματικότητα».
Το ίδιο υποστηρίζει και η Dr Kim Boyd, ιατρική διευθύντρια της WeightWatchers: «Για δεκαετίες λέγαμε στους ανθρώπους “φάε λιγότερο και κινήσου περισσότερο”. Όμως η παχυσαρκία είναι πολύ πιο σύνθετη», τονίζει στο BBC.
Μάχη με τη βιολογία
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκονται τα γονίδια. Όπως εξηγεί η Sadaf Farooqi, ενδοκρινολόγος και επικεφαλής της Μελέτης Γενετικής της Παχυσαρκίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, τα γονίδια επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος ρυθμίζει την πείνα και τον κορεσμό.
«Ορισμένες γενετικές παραλλαγές κάνουν τους ανθρώπους να πεινούν περισσότερο και να αισθάνονται λιγότερο χορτάτοι μετά το φαγητό», εξηγεί. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι το γονίδιο MC4R, μεταλλάξεις του οποίου φέρει περίπου το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού. Άλλα γονίδια επηρεάζουν τον μεταβολισμό – πόσο γρήγορα καίμε ενέργεια και πόσο εύκολα αποθηκεύουμε λίπος.
Συνολικά, εκτιμάται ότι χιλιάδες γονίδια επηρεάζουν το βάρος, ενώ μόνο λίγες δεκάδες έχουν μελετηθεί σε βάθος.
Γιατί αποτυγχάνει η δίαιτα-«γιο-γιο»
Ακόμη και αυτό, όμως, δεν αρκεί για να εξηγήσει το φαινόμενο. Ο βαριατρικός χειρουργός Andrew Jenkinson περιγράφει τη θεωρία του «σημείου ρύθμισης» του βάρους: ο εγκέφαλος έχει ένα εύρος βάρους που θεωρεί «φυσιολογικό» για κάθε σώμα – ανεξάρτητα από το αν αυτό είναι υγιές.
Όταν το βάρος πέφτει κάτω από αυτό το σημείο, ο οργανισμός αντιδρά όπως στην πείνα: αυξάνει δραστικά την όρεξη και επιβραδύνει τον μεταβολισμό. «Τα σήματα πείνας είναι τόσο ισχυρά όσο η δίψα. Είναι μηχανισμοί επιβίωσης», λέει ο Jenkinson.
Κεντρικό ρόλο παίζει η λεπτίνη, η ορμόνη που παράγεται από τα λιποκύτταρα και ενημερώνει τον εγκέφαλο για τα αποθέματα ενέργειας.
Στο σύγχρονο δυτικό περιβάλλον, όμως, το σήμα της λεπτίνης συχνά “μπλοκάρει”, ιδίως λόγω υψηλών επιπέδων ινσουλίνης, με αποτέλεσμα ο εγκέφαλος να μην «βλέπει» το αποθηκευμένο λίπος.
Το θετικό είναι ότι το σημείο ρύθμισης μπορεί να μετακινηθεί – αλλά μόνο αργά, με μακροχρόνιες αλλαγές στον τρόπο ζωής, τον ύπνο και το στρες. Όχι με δίαιτες-εξπρές.
Η «τέλεια καταιγίδα» της παχυσαρκίας
Τα γονίδιά μας δεν άλλαξαν. Το περιβάλλον άλλαξε. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, πάνω από το 60% των ενηλίκων είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Φθηνά, υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, επιθετική διαφήμιση, μεγάλες μερίδες και λιγότερες ευκαιρίες για κίνηση δημιουργούν αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν «παχυσαρκογόνο περιβάλλον».
Σε αυτό το πλαίσιο, η «θέληση» δεν εξαφανίζεται – απλώς δεν αρκεί.
Γι’ αυτό και οι κυβερνήσεις στρέφονται όλο και περισσότερο στη ρύθμιση, όπως η απαγόρευση διαφημίσεων ανθυγιεινών τροφίμων πριν τις 9 το βράδυ.
Όμως, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, χωρίς κατανόηση της βιολογίας και αλλαγή του περιβάλλοντος, η ευθύνη που φορτώνεται αποκλειστικά στο άτομο παραμένει ένας μύθος.














































