
Με την απολογία του 57χρονου κατηγορουμένου για τη δολοφονία της συζύγου του στη Σωτηρίτσα του Δήμου Αγιάς, τον Αύγουστο του 2021, ολοκληρώθηκε η χθεσινή συνεδρίαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, όπου εκδικάζεται η υπόθεση. Υπενθυμίζεται ότι ο κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί πρωτοδίκως σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με το δικαστήριο να εξετάζει εκ νέου, όπως και σε πρώτο βαθμό, το ζήτημα της ψυχικής του κατάστασης κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης.
Η γυναικοκτονία που συγκλόνισε τη Λάρισα σημειώθηκε στις 3 Αυγούστου 2021, στην οικογενειακή ταβέρνα όπου εργαζόταν το θύμα. Ο 57χρονος πυροβόλησε τη σύζυγό του επτά φορές, ενώ είχε καταγράψει στο κινητό του την τελευταία συνομιλία τους, χαρακτηρίζοντας αργότερα την πράξη του «ατύχημα». «Το λέω ατύχημα γιατί ποτέ δεν φανταζόμουν ότι μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο», ανέφερε στην απολογία του.
Περιγράφοντας τη σχέση τους, έκανε λόγο για προβλήματα από το 2001, υποστηρίζοντας ότι η σύζυγός του είχε αποστασιοποιηθεί από τον ίδιο και τα παιδιά τους τα τελευταία χρόνια. Όπως είπε, το 2021 εκείνη επέστρεψε στη Σωτηρίτσα για να συνεχίσει τη ζωή της, ενώ ο ίδιος πραγματοποιούσε συχνά ταξίδια από την Αθήνα προκειμένου να την επαναπροσεγγίσει. Αναφέρθηκε επίσης σε ψυχωσικό επεισόδιο που, κατά τα λεγόμενά του, είχε εκδηλώσει λίγες εβδομάδες πριν το έγκλημα και στη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε μετά από διάγνωση ψυχιάτρου.
«Δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου. Αν ήμουν καλά, δεν θα το έκανα», είπε, περιγράφοντας αναλυτικά τα γεγονότα της 3ης Αυγούστου. Ανέφερε ότι πήγε το πρωί στην ταβέρνα, διαπληκτίστηκε με τη σύζυγό του και την πεθερά του, επέστρεψε στο αυτοκίνητό του για να πάρει το όπλο και στη συνέχεια γύρισε στο κατάστημα, όπου πυροβόλησε τη γυναίκα του. «Θόλωσα. Άκουγα φωνές, βρέθηκα με το πιστόλι στο χέρι και το άδειασα πάνω της χωρίς να σημαδεύω», υποστήριξε.
Σε ερώτηση του προέδρου για το τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή και τι περίμενε να ακούσει από τη σύζυγό του, απάντησε: «Δεν σκεφτόμουν τίποτα. Έπεσε μαύρο σεντόνι. Περίμενα να μου πει για τον εραστή της». Δήλωσε μάλιστα ότι, ανεξαρτήτως της απάντησής της, θεωρεί πως θα προχωρούσε στην ίδια πράξη, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Ό,τι και να μου έλεγε, ήμουν αποφασισμένος. Ήμουν εν βρασμώ».
Στη συνέχεια, οι ερωτήσεις της έδρας επικεντρώθηκαν στις συνθήκες κράτησής του και στη φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει στη φυλακή. Υπενθυμίστηκε ότι μετά το έγκλημα ο ίδιος κάλεσε την αστυνομία, ενώ σύμφωνα με κατάθεση αστυνομικού που έφτασε στο σημείο, ο κατηγορούμενος κοιμήθηκε μέσα στο περιπολικό κατά τη μεταφορά του στο Αστυνομικό Τμήμα Λάρισας.
Για την ψυχική του κατάσταση κατέθεσε η ψυχίατρος-πραγματογνώμονας που τον εξέτασε περίπου δύο μήνες μετά το περιστατικό, κατόπιν εντολής των ανακριτικών αρχών. Όπως ανέφερε, ο κατηγορούμενος έπασχε από παραληρηματική διαταραχή και όχι από απλή ζήλια, υπογραμμίζοντας ότι η ποινή που θα του επιβληθεί έχει σημασία σε σχέση με τη δυνατότητα να λάβει την κατάλληλη θεραπεία.
Υπενθυμίζεται ότι στο πρωτόδικο δικαστήριο είχαν απορριφθεί οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης περί μειωμένου καταλογισμού και τέλεσης της πράξης εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Κατά τη χθεσινή διαδικασία, ο πρόεδρος στάθηκε ιδιαίτερα στην κατάθεση της ψυχιάτρου, εξετάζοντας τη διαφορά μεταξύ ζήλιας και ζηλοτυπικής διαταραχής, καθώς και μεταξύ ψύχωσης και διαταραχής προσωπικότητας. Σχετική ήταν και η παρέμβαση του εισαγγελέα της έδρας ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου. «Δεν αρκεί ένα χάπι, απαιτείται ψυχιατρική παρακολούθηση», απάντησε η μάρτυρας.
Στη συνεδρίαση κατέθεσαν επίσης η αδελφή του κατηγορουμένου, η κόρη του και ο μεγαλύτερος γιος του. Ο τελευταίος αναφέρθηκε στην ψυχολογική κατάσταση του πατέρα του και στη σχέση των γονιών του. Σε ερώτηση της έδρας για τα συναισθήματά του απέναντι στον πατέρα του, απάντησε: «Τον αγαπώ όπως αγαπούσα και τη μητέρα μου».













































